- lekat se
- • пугаться• страшиться* * *пугаться
České-ruský slovník. 2013.
České-ruský slovník. 2013.
ληκάω — (Α) 1. πορνεύω 2. (κατά τον Ησύχ.) «ληκᾱν τὸ πρὸς ᾠδὴν ὀρχεῑσθαι». [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ληκάω (πρβλ. πηδάω) είναι επιτατ. τύπος. Ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *lēk «πηδώ, κάμπτω, σπαρταρώ» (πρβλ. λεττον. lēkaju, lēkat «πετώ, πηδώ, σκιρτώ», λιθουαν. lekiu, lēkti… … Dictionary of Greek